Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

«Δεν είμαστε όλοι το ίδιο»

Παρακολουθώ, τα τελευταία χρόνια, την «φιλότιμη» προσπάθεια των πολιτικών μας, στα πλαίσια των νέων «μεταρρυθμίσεων», να μας αλλάξουν τις συνειρμικές παραστάσεις που αυτόματα έρχονται στο νου μας στο άκουσμα γνωστών φράσεων-κλισέ.

Έτσι πχ, το «θα χυθεί άπλετο φως» έχει γίνει συνώνυμο του «δώστε μας λίγο χρόνο, μια επιχείρηση συγκάλυψης δεν είναι κάτι που στήνεται από την μία ημέρα στην άλλη», ενώ «το μαχαίρι θα φτάσει στο κόκαλο» ισοδυναμεί με το «ευτυχώς που προνοήσαμε να έχουμε μαχαίρια που δεν κόβουν καθόλου, άλλως την είχαμε βάψει».

Έτσι και ο κλισέ τίτλος έπαψε να δηλώνει το αντιδιαμετρικά αντίθετο, αλλά το συγκριτικά μικρότερο.
Αναφερόμενος δηλαδή κάποιος σε κάποιο λαμόγιο και προσπαθώντας να διαχωρίσει την θέση του χρησιμοποιώντας το «δεν είμαστε όλοι το ίδιο» προσωπικά καταλαβαίνω ότι και αυτός λαμόγιο του κερατά είναι, αλλά χαμηλότερα στην λαμογιολογική κατάταξη.

Για την συγκεκριμένη φράση όμως έχω διαφορετικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις και δεν θα δεχθώ την «μεταρρύθμιση» στην οποία θέλουν να με υποβάλουν.

Η ιστορία μας πηγαίνει πίσω στα τέλη του 1975.

Στον σιδηροδρομικό σταθμό Κορίνθου 10 νεοσύλλεκτοι, άγνωστοι μεταξύ τους, περιμένουν το τραίνο για την Πάτρα. Έχουν φύλλο πορείας από το κέντρο βασικής εκπαιδεύσεως Κορίνθου για το Κέντρο εκπαιδεύσεως Τεχνικού Σώματος (ΚΕΤΧ ή ΚΕΤεΣ για τους παλαιότερους Πατρινούς).

Οι περισσότεροι από τους 10 με την ανησυχία και αγωνία του αγνώστου είναι σκεπτικοί, δεν πολύ-μιλάνε.
Δύο είναι αυτοί που ακούγονται:
Ένας φανατικός Καζαντζιδικός που θα βγάλει όλη την διαδρομή, σχεδόν 5 ώρες, τραγουδώντας το «Υπάρχω» και ο βασικός πρωταγωνιστής μας που θα τον βαφτίσω «κιμπάρη», μιας και αυτή πίστευε ότι ήταν η υπέρτατη αρετή για τον άνδρα.
Κατά τον ίδιο βέβαια το κιμπαριλίκι είναι δύσκολη υπόθεση γι’ αυτό υπήρχε η υπο-κατηγορία του “ψιλο-κιμπάρη”

Ο κιμπάρης λοιπόν, σε όλο το ταξίδι, περνούσε τον έναν μετά τον άλλο κανονική συνέντευξη για να μάθει τι «μέσον» είχε ώστε τελικά να επιλεγεί σαν ΥΕΑ ΤΧ (Υποψήφιος Έφεδρος Αξιωματικός Τεχνικού).

Ο αντικειμενικός σκοπός του ήταν λίαν "προχωρημένος" για το Σωτήριο έτος 1975.
Να συνδυάσουμε τα «μέσα» μας σ΄ ένα pool κατακόρυφα οργανωμένο για πάσα χρήση.
Ο ίδιος, όπως διαφήμιζε ανοικτά, είχε το «ξαδερφάκι»* του, αλλά εξηγούσε ότι ήταν πολύ υψηλά στην γλειψιματική ιεραρχία και πολλές φορές κάποιος αρκετά χαμηλότερα αποδεικνύεται πολλαπλά χρησιμότερος.

Το ξαδερφάκι ήταν νεαρός πολιτικός ενταγμένος στο «περιβάλλον» του μακαρίτη υπουργού Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελου Αβέρωφ.
Οπότε, το μέσον αυτό ήταν μεν το ανώτερο, αλλά όχι και για κάθε χρήση.
Η πρότασή του, θα λέγαμε με σύγχρονους όρους, δημιουργούσε ένα ρουσφετο-franchise.
Αν κάποιος είχε, ας πούμε, έναν ταγματάρχη στο ΓΕΣ που θα μπορούσε να παρεμβαίνει για μικρο-ρουσφετάκια, τότε το ξαδερφάκι θα μπορούσε να πει έναν καλό λόγο για αυτόν κατά τις ετήσιες κρίσεις των αξιωματικών.

Φοβερά προχωρημένη ιδέα για μία εποχή κατά την οποία η χρήση «μέσου» όπως και η ομοφυλοφιλία ήταν πράξεις που όσο λιγότερο γίνονταν γνωστές, τόσο το καλύτερο για τους μετέχοντες σ' αυτές.

Η σχολή στην Πάτρα ήταν εξάμηνης διάρκειας χωρισμένη σε τρεις περιόδους:
α) Διοικούμενοι από την προηγούμενη σειρά-τάξη
β) Αυτοδιοικούμενοι
γ) Διοικούντες την επόμενη σειρά.

Εποπτεύων αξιωματικός της σχολής ήταν ένας λοχαγός που περιττό να σας πω κάπου μεταξύ β) και γ) σταδίου προσχώρησε στο ρουσφετο-franchise.

Ο λοχαγός αυτός στο τέλος της πρώτης περιόδου έπρεπε να βαθμολογήσει τους ΥΕΑ για να προκύψει και η σχετική ιεραρχία αφού κατά την πρώτη περίοδο ίσχυε η ιεραρχία της προηγούμενης σειράς.
Τα βαθμολογούμενα προσόντα ήσαν λίγο-πολύ υποκειμενικά αφού αναφερόντουσαν σε μη αντικειμενικά μετρήσιμες αξίες όπως ήθος, στρατιωτικά προσόντα, ηγετικές ικανότητες κ.λ.π.
Το μόνον αντικειμενικό ήταν η σκοπευτική ικανότητα, γι’ αυτό είχε και τον μεγαλύτερο συντελεστή βαρύτητας.

Στην ιεραρχία των ΥΕΑ κατέλαβα την δεύτερη θέση, ή όπως λέγαμε υπαρχηγός.
Ο κιμπάρης ήταν κάπου στην τέταρτη θέση +/-1

Στο τέλος της τρίτης περιόδου έβγαινε η ιεραρχία των ΔΕΑ (Δοκίμων Εφέδρων Αξιωματικών).

Εδώ τα πράγματα ήσαν πιο σύνθετα.

Καθ’ όλη την διάρκεια των περιόδων β) και γ) περνούσαμε εκπαίδευση στα λεγόμενα «συνεργεία», ένα κάθε βδομάδα, συνολικά 10-12 (αν θυμάμαι καλά) πλέον μιάς περιόδου εκπαίδευσης στην οδήγηση στρατιωτικών οχημάτων στον Ριγανόκαμπο.
Η ειδικότητα που παίρναμε ήταν αυτή του τεχνίτη οχημάτων.

Η τελική βαθμολογία των ΔΕΑ προέκυπτε από τρία μερικά υποσύνολα:
Την βαθμολογία των ΥΕΑ, μία αντίστοιχη για το διάστημα β)+γ) και την βαθμολογία από την τεχνική εκπαίδευση (συνεργεία) στην οποία ο εκπαιδευτής κάθε εβδομάδας έκανε την δική του αξιολόγηση.

Σας έπρηξα λίγο με τις λεπτομέρειες, αλλά είναι αναγκαίες για να παρακολουθήσετε την συνέχεια.

Η βαθμολογία των ΔΕΑ είχε όμως και πρακτικές επιπτώσεις.
Οι μεταθέσεις, από Λάρισα και βορειοτέρα, πήγαιναν αναλογικά με την κατάταξη.
Ο έχων την μεγαλύτερη βαθμολογία έπαιρνε την πλησιέστερη μετάθεση, ενώ εκείνος με την μικρότερη την πλέον απομακρυσμένη.

Ο κιμπάρης μας όμως ήταν ερωτευμένος με μιά κοπελιά από τον Βόλο και ήθελε να πάρει μετάθεση για το εργοστάσιο αρμάτων στο Βελεστίνο, που λόγω του ότι βρίσκεται γεωγραφικά νοτιότερα από την Λάρισα, αποτελούσε πάντα δεύτερη μετάθεση-στόχο για τους Βολιώτες.

Από στατιστικά προηγουμένων σειρών γνωρίζαμε ότι η βαθμολογία των ΔΕΑ σε γενικές γραμμές ακολουθούσε αυτή των ΥΕΑ με μικρο-ανακατατάξεις.

Προσωπικά, υπολόγιζα μετάθεση για καμία Κατερίνη ή Βέροια.

Ήρθε η στιγμή που έμελλε ν’ ανακοινωθεί η βαθμολογία και να πάρουμε τα φύλλα πορείας για τις μονάδες μας.

Παρατήρησα ότι υπήρχε ένας διάχυτος εκνευρισμός σε ορισμένους και ότι όταν πλησίαζα να μάθω τι γίνεται, η συζήτηση άλλαζε στη στιγμή.
Η κατάσταση αυτή όμως δεν διήρκεσε πολύ γιατί το ράδιο αρβύλα κάποια στιγμή μετέδωσε τη βαθμολογία.

Πρώτος ο κιμπάρης, εγώ στην 4η ή 5η θέση.
Η Κατερίνη και η Βέροια είχαν τώρα παραχωρήσει την θέση τους στο Κιλκίς και την Καβάλα.

Εκεί που μάζευα τα πράγματά μου στον θάλαμο, έρχεται φουριόζος και αλαφιασμένος ο λοχαγός.

- Σε θέλει ο Διοικητής τώρα. Φόρεσε την οκτάρα (επίσημη στολή) και πήγαινε γρήγορα.

- Έκανα τίποτα, ψέλλισα, γιατί για να με θέλει ο Διοικητής σίγουρα δεν επρόκειτο για καλό. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα.

- Όχι, μου απαντάει, κάποιο μπέρδεμα έγινε με την βαθμολογία. Γι’ αυτό σε θέλει.

Με την άκρη του ματιού μου έπιασα τον κιμπάρη ελαφρώς ιδρωμένο και σφόδρα ανησυχούντα. Ήταν προφανές ότι κάτι ήξερε για την απρόσμενη αυτή εξέλιξη.

Να σημειώσω ότι η φράση σε «θέλει ο Διοικητής» για εμάς τους «ψάρακες» ήταν συνώνυμη με το «σε θέλει ο Δημιουργός σου».

Το Τεχνικό Σώμα είχε μόνον δύο θέσεις ανωτάτων αξιωματικών (ταξίαρχος και άνω). Μία στην Αθήνα στο επιτελείο για τον αρχηγό του Σώματος και μία στην Πάτρα για τον διοικητή του ΚΕΤΧ.

Έβαλα τσάτρα-πάτρα την οκτάρα, κοίταξα αντανακλαστικά τα παπούτσια και τα μαλλιά μου και νάμαι στην πόρτα του γραφείου του Διοικητή.

Εδώ αρχίζει το γλαφυρό κομμάτι της ιστορίας.
Εσείς τώρα θα το διασκεδάσετε, εγώ όμως τότε πέρασα των παθών μου τον τάραχο.

Το γραφείο ήταν εξαιρετικά μεγάλο, τόσο σε μήκος όσο και πλάτος.
Από το άνοιγμα της πόρτας μέχρι το γραφείο του Στρατηγού η απόσταση θα ήταν πάνω από δέκα μέτρα.

Ψάρακας εγώ, με το που μπαίνω, όπως μας είχαν μάθει, δύο βήματα, στάση προσοχής, χαιρετούρα και αναφορά:

- ΥΕΑ Τεχνικού Μιχαηλί…

Ο Στρατηγός, μ’ ένα νεύμα του τύπου «δεν χρειάζεται», με διακόπτει.

- Πλησίασε, μου λέει.

Κάνω δυο-τρία βήματα ακόμη.

- Πιο κοντά, συνεχίζει.

Άλλα δύο-τρία βήματα.

- Ακόμη πιο κοντά, μου ξαναλέει.

Άρχισα και εγώ να περπατώ προς το μέρος του με μια χειρονομία του τύπου «όταν θέλετε να σταματήσω, πείτε μου».

Μου έκανε νόημα να σταματήσω 1,5-2 μέτρα από την άκρη του γραφείου του.

- Δεν είσαι κι άσχημος, είπε περισσότερο μονολογώντας, παρά απευθυνόμενος σ' εμένα.

Εκεί μου έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι. Τι ήθελε να πει ο Στρατηγός;

- Ορίστε; αρθρώνω.

- Τίποτα, μου απαντάει, Κάνε μία στροφή να σε δω.

- Ορίστε;;; με φωνή που ευκρινέστατα εξέπεμπε πανικό και μυαλό να παίρνει «περίεργες» στροφές.
Ευτυχώς, η όραση δεν συμφωνούσε με το alarm που είχε σημάνει ή ακοή.
Η εικόνα και ο ήχος ήταν σαν να προέρχονται από δύο διαφορετικούς χωροχρόνους.

Μου κάνει με το δάκτυλο την κίνηση της περιστροφής περί άξονα.

Επαναλαμβάνω ερωτηματικά την κίνηση του δακτύλου.
Acknowledge, με κατάφαση της κεφαλής.
Εδώ που βρέθηκα θα χορέψω, σκέφθηκα και έκανα μία περιστροφή.

- Μια χαρά σε βρίσκω, μου λέει ευχαριστημένος.

Εδώ πλέον το μυαλό έκανε full reset και στρατηγός-ξεστρατηγός, ρώτησα:

- Συμβαίνει κάτι;

- Για να σε φωνάξω, κάποιος λόγος θα υπάρχει, θα σου εξηγήσω σε λίγο. Τώρα όμως θέλω να σε δω να περπατάς.

- Με βήμα, ρώτησα σαν γνήσιος ψάρακας και σκέφτηκα τι σοί καψώνι είναι και δαύτο.

- Όχι, μου απαντάει, κανονικά όπως περπατάς συνήθως στο δρόμο.

Περπατάω προς τον δεξιό τοίχο το γραφείου, όταν γυρίζω τον βλέπω να μου κάνει σήμα προς την αριστερή πλευρά.

Διασχίζω όλο το πλάτος του γραφείου γυρίζω και ξαναβρίσκομαι μπροστά στο γραφείο του.

- Μήπως έχεις καμία αναπηρία; με ρωτάει.

- Τι αναπηρία; κύριε Διοικητά αρθρώνω ευρισκόμενος σ’ έσχατη απόγνωση.

- Να, μήπως έχεις καμία αναπηρία στο πόδι; Αλλά θα σ’ έβλεπα να κουτσαίνεις. Δεν είδα κάτι τέτοιο. Μήπως κουτσαίνεις καμιά φορά;

Αυτό υπήρξε το οριακό σημείο όπου το δράμα μου μετουσιώθηκε σε μαύρη κωμωδία.
Πέρασα σε άλλη νοητική κατάσταση.
Ας μ’ έδιωχνε από την σχολή, ας μου έριχνε φυλακή, ας έκανε ότι ήθελε, εγώ είχα ένα στρατιωτικά "αυθάδες" ερώτημα που θα το έθετα ανεξάρτητα συνεπειών.

- Όχι μια χαρά είμαι, αλλά τι ερωτήσεις είναι αυτές κύριε Διοικητά;;;

Φαίνεται η έκφραση του προσώπου μου είχε πάρει τέτοια αλλοίωση που ο Διοικητής κατάλαβε ότι έπρεπε να τελειώνει εδώ με τις δοκιμασίες και τις ερωτήσεις.

- Θα σου εξηγήσω, αρχίζει...

Μου φέρνουν να υπογράψω την ιεραρχία σας και βλέπω ότι σ’ έχουν στην πέμπτη θέση όταν στην βαθμολογία των συνεργείων έχεις την μεγαλύτερη.
Φωνάζω τον λοχαγό σας και τον ρωτάω γιατί στα στρατιωτικά προσόντα σου έχει βάλει 3 με άριστα το 10.
Αν είχες κάνει κάποιο παράπτωμα, τόσο σοβαρό που να σου πρέπει το 3, θα έπρεπε να σε είχε φέρει πρώτα σ΄ έμενα για να σε τιμωρήσω.
Τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιο παράπτωμα και σχετική ποινή και μου απάντησε, όχι.

Αντιθέτως, αυτός που βγαίνει πρώτος έχει πάρει δεκάρια σ’ όλα τα προσόντα, αλλά χαμηλή βαθμολογία στην εκπαίδευση. Μεγάλη διαφορά μ' εσένα.
Και επιπλέον γι' αυτόν μ’ έχουν τρελάνει στα τηλέφωνα από το ΓΕΣ.
Μιά για να του δώσω άδεια να βάζει το αυτοκίνητό του μέσα στο στρατόπεδο, την άλλη για να του δώσω άδεια μεσοβδομαδιάτικα, που δεν δίνω, για να πάει να δει την αρραβωνιαστκά του και δεν συμμαζεύεται.
Έχει δύο στρατηγούς στην Αθήνα που μ’ έχουν τρελάνει στα τηλέφωνα για τέτοια πράγματα.
Ενώ για σένα, που πρώτη φορά σε βλέπω τώρα, δεν μ' ενόχλησε ποτέ κανένας.

Βάζω λοιπόν κάτω τον λοχαγό σας και τον ρωτάω, τι του λείπει και του έβαλες αυτή την βαθμολογία.
Μου απάντησε ότι «Δεν έχεις παράστημα αξιωματικού, ότι περπατάς κάπως περίεργα και ότι για το κύρος της σχολής δεν είναι σωστό να βγείς πρώτος».
‘Ετσι και εγώ υπέθεσα ότι θα έχεις κάποιο εχμμ ... σωματικό ελλάτωμα, κάποια .... αναπηρία, κάτι ... τέλος πάντων.

Αλλά παρατήρησα ότι είσαι και υπαρχηγός της τάξης σου και αν ήταν τα πράγματα έτσι όπως τα λέει ο λοχαγός σας δεν θα μπορούσατε να επιβληθείτε σαν διοικούσα στους διοικούμενούς σας.
Κάτι θα είχε συμβεί και κάτι θα είχε φθάσει στ' αυτιά μου.
Αντιθέτως, η τάξη σας ήταν από τις πιο ήσυχες που έχουν περάσει, αν εξαιρέσουμε τα τηλέφωνα από το ΓΕΣ για τον (το επώνυμο του κιμπάρη).

Και αν είναι έτσι όπως μου τον περιγράφεις, είπα στον λοχαγό σας, τότε γιατί τον έκανες υπαρχηγό της σχολής;
- Γιατί έτσι έβγαινε η βαθμολογία, μου απάντησε.
Κοιτάζω την βαθμολογία των ΥΕΑ και βλέπω ότι και σ’ αυτή σ’ έχει τσεκουρώσει.
Είχες την καλύτερη επίδοση στην σκοποβολή που μετράει κατά 30%(;) στην γενική βαθμολογία και πάλι σου μειώνει αντίστοιχα τα στρατιωτικά προσόντα και βγαίνεις δεύτερος.
Τότε σου είχε βάλει 6.
Τον ρωτάω γιατί εκείνο το 6 έγινε τώρα 3.
Άλλαξε τίποτα στο μεταξύ;
Έχασε και άλλο παράστημα, ή χειροτέρεψε ο βηματισμός του;
Και αρχίζει να μου τα μπουρδουκλώνει... ότι δέχθηκε κάποια τηλέφωνα... και άλλα που στον Στρατό δεν περνάνε...

Τό λάθος είναι δικό μου.
Έπρεπε τότε να το έχω προσέξει και να τον ρωτήσω γιατί σ' έβγαλε δεύτερο, αφού εδώ φαίνεται καθαρά ότι εσύ έπρεπε να είσαι ο αρχηγός της τάξης σου.
Τώρα όμως, ευτυχώς, το είδα και ζήτησα να παρουσιαστείς σε μένα για ν’ αποκτήσω άμεση γνώμη.

Κατάλαβες τώρα γιατί σε ρώτησα όλα αυτά;

Σαν Διοικητής πρέπει να ξέρω τι γίνεται στο στρατόπεδο.

Πήγαινε παιδί μου, σχημάτισα άποψη για το τι συνέβη.


Χαιρέτησα, έκανα μεταβολή και καθώς πήγαινα προς τη έξοδο σκεπτόμουν «τι βαθμό να μου βάζει τώρα στο περπάτημα;».

Τις σκέψεις μου διάκοψε η φωνή του Στρατηγού.

- Και να μάθεις παιδί μου, από εδώ και πέρα για όλη σου την ζωή, ότι όλοι οι αξιωματικοί δεν είναι το ίδιο.

Τα νέα είχαν κυκλοφορήσει πριν επιστρέψω στον θάλαμο, από τον ίδιο τον λοχαγό, που είχε πλέον όψη βρεγμένης γάτας.

Η μέχρι τότε βαθμολογία ακυρωνόταν και την επόμενη θα περνούσαμε γραπτές εξετάσεις στο αντικείμενο της εκπαίδευσης.

Δέκα εξεταζόμενοι είμαστε, δύο αντισυνταγματάρχες επέβλεψαν τις γραπτές εξετάσεις και διόρθωσαν και οι δύο τα γραπτά μας.

Και μαντέψτε ποιος πήρε την υψηλότερη βαθμολογία.

Πάντως, για να μην σας μείνει απορία ο κιμπάρης πήρε την πολυπόθητη μετάθεση για Βελεστίνο.

Βλέπετε τις μεταθέσεις τις έβγαζε η Διεύθυνση Τεχνικού στο ΓΕΣ.

Και όλοι οι αξιωματικοί δεν είναι το ίδιο.

Αντί επιλόγου:

(*)Το ξαδερφάκι στην συνέχεια ανέβηκε στα ύψιστα αξιώματα της κομματικής του ιεραρχίας.

Ήθελα από καιρό να δημοσιεύσω αυτή την ιστορία για ν' αποδώσω τα πρέποντα στον παλαιό μου Διοικητή, αλλά και γιατί είναι διδακτική και χρήσιμη στις μέρες μας.
Θα ήθελα να τον αναφέρω ονομαστικά αλλά, δυστυχώς, με τα χρόνια ξέχασα το όνομά του.
Προσπάθησα να το ξαναβρώ απευθυνόμενος σχετικά στην Διεύθυνση Τεχνικού του ΓΕΣ, που όμως δεν ανταποκρίθηκε.

Νεώτερη ενημέρωση 11/04/2010:

Τελικά, θυμήθηκα το όνομα και ψάχνοντας στο facebook βρήκα τον εγγονό του αδελφού του ο οποίος με πληροφόρησε οτι ο Υποστράτηγος ΤΧ ε.α. Καδινόπουλος Χρήστος είναι σήμερα (2010) ακμαίος στην ηλικία των 83 ετών και ζει στην Θεσσαλονίκη.

                   Αναμνηστική φωτό Αβέρωφ με το ξαδερφάκι