Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Et pero?

Ένα e-mail από μία ευρωπαϊκή πρεσβεία που έλαβα χθες είχε σαν αποτέλεσμα ν' ανασυρθεί από το βαθύ αρχείο του εγκεφάλου η ακόλουθη ιστορία του 1980, που καταγράφω στην σημερινή ανάρτηση.

Λαμβάνει χώρα στην Ιταλική πρεσβεία της Αθήνας την εποχή εκείνη και πρωταγωνιστεί Ιταλίδα διπλωματική υπάλληλος την οποία θ' αποκαλέσω κυρία Περώ.
Το όνομα αυτό αποτελεί παρατσούκλι που της απένειμα και θα δείτε τον λόγο στο τέλος.

Εκείνη την εποχή με την γυναίκα μου φτιάχναμε την πολυκατοικία που έκτοτε και μέχρι σήμερα μας στεγάζει. Τις ηλεκτρολογικές εργασίες τις είχαμε αναθέσει σε ένα σοβαρό και ευγενή ηλεκτρολόγο-εγκαταστάτη τον κ. Βασιλείου.

Ένα απόγευμα με παίρνει, στο ξεκάρφωτο, ο κ. Βασιλείου και μου λέει:

- Είμαι σε μία δουλειά και χρειάζομαι επειγόντως την βοήθειά σου.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό για μένα και αν έρθεις τώρα θα το θεωρήσω προσωπική χάρη.

Προσπάθησα να μάθω σε τι θα μπορούσα να τον βοηθήσω αλλά μου απάντησε ότι το θέμα ήταν απόρρητο και δεν μπορούσε να μιλήσει γι' αυτό από το τηλέφωνο.

Το πράγμα άρχισε να έχει σασπένς όταν μου είπε ότι έπρεπε να τον συναντήσω στην «Ιταλική πρεσβεία, Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από την Βουλή».

Μέχρι τότε έμενα με την εντύπωση ότι απέναντι από την Βουλή ήταν η Γαλλική πρεσβεία και ότι η Ιταλική ευρίσκετο στην Λεωφ. Αλεξάνδρας.

- Όχι, μου απαντάει, στην Λεωφ. Αλεξάνδρας είναι το προξενείο, η πρεσβεία είναι δίπλα στην Γαλλική.
Να έχεις και ταυτότητα γιατί εδώ έχουν μέτρα ασφαλείας.


Πράγματι, σε χρόνο μηδέν πήγα στην πρεσβεία, ή για να είμαι ακριβέστερος στο πίσω μέρος του κτιρίου της πρεσβείας που υπήρχε ένας πανέμορφος κήπος στην άκρη του οποίου ένα μικρό κτίσμα.
Αυτοί που πρωτοκατοίκησαν το νεοκλασικό σίγουρα θα χρησιμοποιούσαν τον συγκεκριμένο χώρο σαν πλυσταριό, αλλά πλέον είχε μετατραπεί στο κέντρο των ηλεκρολογικών εγκαταστάσεων, ισχυρών και ασθενών ρευμάτων της πρεσβείας.

Η κυρία Περώ ήταν μία συμπαθέστατη σαραντάρα που μιλούσε 50-50 ιταλο-αγγλικά.
Βρισκόταν σε μία κατάσταση απίθανης υπερδιέγερσης και μιλούσε ακατάπαυστα, με αποτέλεσμα στις ~4 ώρες που έμεινα εκεί να μάθω όλα τα «απόρρητα» χαρτί και καλαμάρι.

Να τι είχε προηγηθεί:

Την εποχή εκείνη οι σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας ήσαν, για μία ακόμη φορά, τεταμένες και το Ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, θέλετε για λόγους ρουτίνας, θέλετε γιατί ψυχανεμιζόταν θερμό επεισόδιο, είχε στείλει σήμα ζητώντας να επιβεβαιώσουν δυνατότητες επικοινωνίας υπό καθεστώς έλλειψης ηλεκτρικής τροφοδοσίας και διακοπής των επίγειων τηλεπικοινωνιών.

Την ίδια εποχή δούλευαν ακόμη με τηλετυπικά μηνύματα βραχέων κυμάτων και εγώ σαν παλαιός ραδιοερασιτέχνης πολύ θα ήθελα να κάνω μία επίσκεψη στο radio room της πρεσβείας, αλλά θα μου έμενε στα χέρια η κυρία Περώ μόνο και αν της το ζητούσα.

Δοκίμασαν λοιπόν να τροφοδοτήσουν την πρεσβεία από την γεννήτρια που υπήρχε στο παλιό πλυσταριό, για ν’ ανακαλύψουν ότι παρά το γεγονός ότι η γεννήτρια λειτουργούσε, ρεύμα στο κτίριο και κυρίως στο radio room δεν πήγαινε.
Στους άλλους χώρους ας άναβαν και κεριά, αλλά στο radio room έπρεπε να έχουν ρεύμα, όπως επαναλλάμβανε συνεχώς η οικοδέσποινα μου.

Η ηλεκτρική εγκατάσταση εφεδρικής παροχής είχε γίνει πριν λίγα (2-3) χρόνια με σχέδια και επίβλεψη μηχανικών του Υπεξ Ιταλίας.
Ήταν μία _εξαιρετική_ δουλειά. Και όταν λέω εξαιρετική, το εννοώ 100%
Το μόνο ίσως αδύνατο σημείο της ήταν ότι όλες οι επισημάνσεις ήσαν μόνον στα Ιταλικά. Οπότε, για οποιονδήποτε μη ιταλομαθή χειριστή, χρειαζόταν μεταφραστής.
Θα έπρεπε ίσως να τα έχουν σε δύο γλώσσες (Ιταλικά-Ελληνικά ή Ιταλικά-Αγγλικά).

Η κυρία Περώ που ήταν υπεύθυνη για το θέμα κάλεσε κάποιον ηλεκτρολόγο που χρησιμοποιούσε για τις επισκευές του κτιρίου ο οποίος δεν μπόρεσε ν’ ανακαλύψει την αιτία του προβλήματος. Ξαναγύρισε την επόμενη με έναν «ειδικό» και αφού πέρασαν μία ημέρα ψάχνοντας και προσπαθώντας, της απάντησαν ότι το μόνο που μπορούσαν να προτείνουν ήταν η αντικατάσταση του κεντρικού ηλεκτρικού πίνακα.
Πονάει μάτι, δηλαδή, βγάζει μάτι.

- Και πόσο θα κοστίσει; τους είχε ρωτήσει η κυρία Περώ.

Σχεδόν μισό εκατομμύριο Δραχμές, της είχαν απαντήσει.

Ποσό βέβαια, όχι απλά εξωφρενικό, απίθανα εξωφρενικό αν αναλογισθείτε ότι εκείνη την εποχή για να τελειώσουμε την πολυκατοικία, πουλήσαμε διαμερίσματα προς 32-33.000 Δρχ το τμ.
Είχαν δηλαδή ζητήσει, την αξία μισής γκαρσονιέρας..

Η κυρία Περώ διαχειριζόταν έναν ποσό της τάξης των 50.000 Δρχ ετησίως για τις δαπάνες επισκευών του νεοκλασσικού, οπότε το θέμα την ξεπερνούσε.
Πήγε στον Πρέσβη της για οδηγίες.
Του Πρέσβη βέβαια, του φάνηκαν πολλά τα χρήματα αλλά κάτι έπρεπε να κάνει.
Της είπε να πάρει άλλες δύο προσφορές ώστε να υποβάλουν αίτημα στην Υπηρεσία τους για έκτακτη χρηματοδότηση.

Μετά από αυτά λοιπόν βρέθηκε ο κ. Βασιλείου την συγκεκριμένη στιγμή στο εν λόγω σημείο.

Το θέμα όμως για τον ηλεκτρολόγο, όπως μουρμούριζε ο ίδιος, ήταν:

- Τριάντα χρόνια ηλεκτρολόγος δεν μου έχει ξανασυμβεί τέτοιο πράγμα. Να παίρνει ρεύμα ο πίνακας και να χάνεται σαν να το ρουφάει μία μαύρη τρύπα.

Η κυρία Περώ η οποία προφανώς είχε καλέσει και άλλους ηλεκτρολόγους με παρόμοια αποτελέσματα, ήταν αποφασισμένη ν' αλλάξει τον πίνακα.

Τι και αν της λέγαμε και οι δύο ότι ο υφιστάμενος πίνακας ήταν υψηλότατης ποιοτικής στάθμης, ότι ο πιθανός αντικαταστάτης του μάλλον θα ήταν υποδεέστερος, ότι δεν αντικαθιστάς τον πίνακα χωρίς να έχεις κάποιο συγκεκριμένο λόγο, κ.λ.π.
Δεν άκουγε τίποτα.
Ήθελε την προσφορά της για να κάνει αυτό που της είχε ζητήσει ο Πρέσβης της.

- Έτσι μου είπε ο κ. Πρέσβης, έτσι θα κάνω, επαναλάμβανε μονότονα.

Μας έβαλε λοιπόν να της υπολογίσουμε το κόστος αντικατάστασης του πίνακα εκεί και τότε (όπως λέμε εδώ και τώρα).

Υπολογίσαμε λοιπόν κανονικά και στο τέλος διπλασιάσαμε, τριπλασιάσαμε τετραπλασιάσαμε, δεν θυμάμαι, έτσι ώστε να προκύψει ένα εξαψήφιο νούμερο.

100.000 Δρχ της είπαμε «όλα μέσα και γεμάτα-γεμάτα».

Στο σημείο αυτό η κυρία Περώ άρχισε να μονολογεί:

- Πως θα στείλω τέτοιες προσφορές στο Υπουργείο που η μία είναι πενταπλάσια της άλλης; διερωτόταν φωναχτά στα Ιταλικά, πράγμα που μας μετέφραζε στα Αγγλικά σαν «Μήπως έχετε κάνει κάποιο λάθος και δεν γίνει η δουλειά και τότε τι θα πω στον κ. Πρέσβη»

Όσες διαβεβαιώσεις και αν της δίναμε σχετικά με την ορθότητα του προϋπολογισμού πήγαιναν στο βρόντο.

Και φτού και από την αρχή η αναγκαιότητα για επικοινωνίες της πρεσβείας σε περίπτωση «έκτακτης» ανάγκης, διάβαζε πόλεμο με την Τουρκία.

Από την πολύ επανάληψη, ξύπνος όν αρχίσα να βλέπω εφιάλτες με Τουρκικά βομβαρδιστικά να ζεσταίνουν μηχανές.

Σ’ αυτό το σημείο ο κ. Βασιλείου είχε μία φαεινή ιδέα:

- Ισως, να κάνουμε και κανένα σφάλμα στις προσθέσεις, της είπε, γιατί τόση ώρα γράφε-σβήνε έχει θολώσει το μυαλό μου, μήπως μπορείτε να μας φτιάξετε κανένα καφεδάκι να ξελαμπικάρει το μυαλό και να τα ξαναδούμε.

Η κυρία Περώ ζήτησε 1000 φορές συγνώμη μου μας είχε τόσες ώρες χωρίς να μας έχει προσφέρει κάτι και πήγε για να ετοιμάσει το κέρασμα.

Με το που έφυγε, μου λέει ο ηλεκτρολόγος:

- Εσύ που τα έχεις πιο πρόσφατα δεν μπορείς να βρεις τι έχει, να το φτιάξουμε, να τελειώνουμε. Μου την έχει δώσει. Δεν με νοιάζουν τα λεφτά, δεν μπορεί ένας πίνακας να με ξεφτιλίζει έτσι.

- Ωραία, του λέω, εγώ θα φτιάχνω το σχέδιο και εσύ θα ακολουθείς τα καλώδια για να βρούμε την συνδεσμολογία.

Και έτσι το μπλοκ προϋπολογισμού προσφοράς μετετράπη σε πινακίδα αποτύπωσης του ηλεκτρικού διαγράμματος του πίνακα.

Όταν γύρισε η κυρία Περώ με τους καφέδες, περιμέναμε πρώτα να τους αφήσει στο τραπέζι, γιατί αλλιώς θα της είχε πέσει ο δίσκος απο τα χέρια, πριν της πούμε ότι είχαμε βρει την αιτία και ότι το είχαμε «φτιάξει».

Η σκηνές που ακολούθησαν ήσαν 100% παρανοϊκές.

Η κυρία Περώ ήταν 100% σίγουρη ότι για κάποιο άγνωστο σε αυτή λόγο δεν θέλαμε να δώσουμε προσφορά και γι’ αυτό της λέγαμε ψέματα ότι τάχα δεν υφίσταται πλέον πρόβλημα.
Εμείς να της λέμε ότι δεν έχει πλέον κανένα νόημα προσφορά γι’ αντικατάσταση του πίνακα. Τα πάντα δούλευαν έτσι όπως έπρεπε.

Η συζήτηση να διεξάγεται πλέον αποκλειστικά στην Ιταλική αφού ο ρυθμός "πολυβόλου" δεν επέτρεπε διαλείμματα μετάφρασης.
Τις στερεότυπες όμως φράσεις τις είχαμε πλέον μάθει και ο "διάλογος" ήταν πλέον επιπέδου "κουφών".

Την απεμπλοκή από την παράνοια ανέλαβα να την δώσω εγώ.
Σε αγγλικά και παντομίμα της είπα ότι οι Τούρκοι μας βομβαρδίζουν τώρα και εξ αυτού κόβεται το ρεύμα στην Αθήνα.
Και λέγοντας το τελευταίο κατεβάζω τον γενικό διακόπτη της πρεσβείας.

Ακούστηκε μία Hitchcockική κραυγή.
Ήταν η κυρία Περώ που έλεγε ότι έκοψα το ρεύμα στην πρεσβεία και τώρα θα έπρεπε ν’ απολογηθεί στον κ. Πρέσβη.

Άναψα το φως για να της δείξω ότι είχαμε ρεύμα από την γεννήτρια που τόση ώρα μας έπαιρνε τ’ αυτιά.

- Και η πρεσβεία; με ρωτούσε

- Πηγαίνετε να δείτε, της απαντούσα, αλλά δεν πήγαινε τουλάχιστον τις 3 πρώτες φορές που επανελήφθη ο ίδιος διάλογος.

Όταν αποφάσισε ότι το πεπρωμένο της ήταν να πάρει δυσμενή μετάθεση για Καμπούλ, μάζεψε το κουράγιο που της είχε απομείνει και πήγε να υποστεί τις όποιες "συνέπειες".

Γύρισε μετά από λίγο με όψη ατόμου που μόλις είχε παρευρεθεί στην νεκρανάσταση του Λαζάρου, αρθρώνοντας ρυθμικά «et pero ?” (και μετά απ’ αυτό τι κάνουμε ;)

Έφυγα αφού απάντησα και στην τελευταία της ερώτηση:

- Και τι θα κάνω αν μόλις φύγετε αυτό πάθει πάλι βλάβη;

Της έδωσα την κάρτα μου, τον λόγο της προσκοπικής μου τιμής ότι δεν πρόκειται να την αφήσω απροστάτευτη, την φίλησα σταυρωτά και απεχώρησα.

Ήταν καλοκαίρι και θα πρέπει να ήταν περασμένες εννιά.
Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
Περπατώντας στην οδό Ακαδημίας, κολλητά στα κτίρια, έριχνα και καμιά κλεφτή ματιά στον ουρανό για τον φόβο των Ιουδαίων.

Δεν ξέρω τι χρέωσε ο κ. Βασιλείου, εγώ αρνήθηκα αμοιβής, αλλά θα πρέπει να υπήρξε γενναιόδωρος διακανονισμός, αφού από την οικοδομή μας του χρωστούσαμε για εξόφληση περίπου 12.000 Δρχ, τις οποίες ποτέ δεν ζήτησε.

Επίλογος.

Επειδή σήμερα βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά και τα λαμόγια είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, πολλοί αναγνώστες θα σκεφθούν:

Την είχε στήσει την δουλειά η κυρία Περώ με τον πρώτο ηλεκτρολόγο και πήγατε εσείς και της κάνατε χαλάστρα.

ΌΧΙ αγαπητέ αναγνώστη.

Η κυρία Περώ ήταν από τους υπαλλήλους παλαιάς κοπής, που τα έδινε όλα για την υπηρεσία της. Αισθανόταν σεβασμό, αν όχι δέος, για τον προϊστάμενό της και μπορούσε να αγγίξει τα όρια της υπερβολής στην προσπάθειά της να φέρει υπεύθυνα σε πέρας αυτό που της είχαν αναθέσει.

Όμοιοι της, δυστυχώς, σπανίζουν σήμερα, αν δεν έχουν εκλείψει παντελώς μαζί με τους παγωτατζήδες και τους παραδοσιακούς κουρείς.

Στο παραπάνω κείμενο την έχω αναφέρει πάντα προτάσσοντας του ονόματός της τον προσδιορισμό Κυρία.
Αν είχα έστω και την παραμικρή υποψία για λαμωγιά, θα το είχα παραλήψει.

Αλλά, άντε τώρα που όλοι μας έχουμε παρακολουθήσει τα έργα και τις ημέρες τόσων επωνύμων και μη, να μπορέσω να σας πείσω για την ανιδιοτέλεια της κυρίας Περώ...