Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Περί επιστροφής στη Δραχμή

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, η μητέρα μου προκειμένου να κάνει τις δουλειές του σπιτιού το Σάββατο που δεν είχα σχολείο, απαλλαγμένη από τις συνεχείς αταξίες μου, με έστελνε στο μαγαζί του πατέρα μου.

Εκεί με αναλάμβανε, ο κος Κώστας ο λογιστής, δήθεν για να τον βοηθάω, στην ουσία για να με προσέχει.

Μια ημέρα ανακάλυψα στην βάση της κάσσας (χρηματοκιβωτίου) κάτι δεσμίδες κολλαριστά-κολλαριστά χαρτονομίσματα των 25.000.000 Δρχ. (Ναι, 25 εκατομυρίων)

-Να πάρω ένα, ρώτησα δειλά-δειλά τον λογιστή.

-Δεν τα παίρνεις και όλα, ν' αδειάσει το ντουλάπι, μου λέει, αλλά τι θα τα κάνεις;

-Θα αγοράζω δεύτερο κουλούρι και τυρί στο διάλειμμα στο σχολείο, του απαντώ.

-Μπα, μου λέει χαμογελώντας, δεν περνάνε πιά, είναι από τον καιρό της κατοχής.

Απογοήτευση, αλλά δεν το έβαλα κάτω.

-Και τι μπορούσες να αγοράσεις όταν περνούσαν, ξαναρωτάω,

-Χμμμ, σκέφτεται.... ίσως κανένα αυγό, αναλόγως του πότε, γιατί το χρήμα εξευτελιζόταν τόσο γρήγορα τότε που δεν μπορεί να πει κανείς με σιγουριά.

Η απάντηση δεν με ικανοποίησε και συνέχισα τις ανασκαφές στο ντουλάπι.

Βρίσκω ένα πακέτο από μπλοκάκια αχρησιμοποίητα, τακτικά δεμένα σταυρωτά με κερωμένο σπάγκο, στις διαστάσεις που έχουν σήμερα οι συναλλαγματικές.

-Τι είναι τούτα, ρωτάω,

-Ααα, αυτά είναι καρνέ επιταγών

-Και γιατί είναι και αυτά αχρησιμοποίητα όπως τα χαρτονομίσματα, και αυτά της κατοχής είναι;

-Για να δω μου λέει,

Παίρνει το πακέτο, πηγαίνει στο φως, γιατί θα πρέπει να του είχε αρχίσει η πρεσβυωπία αλλά δεν φορούσε γυαλιά και γυρίζοντας μου λέει.

-Οχι αυτές είναι πιό παλιές, πριν από τον πόλεμο

-Τότε γιατί έχουν μείνει μέσα στο ντουλάπι αχρησιμοποίητες, ρωτάω ξανά,

-Γιατί τότε οι επιταγές ήταν σκέτος μπελάς, κανείς δεν τις χρησιμοποιούσε.
Πρώτον, για να σου δώσει η τράπεζα καρνέ ήταν φοβερά δύσκολο.
Ζήτημα αν καποιες εκατοντάδες εμπόρων στην Αθήνα και μερικές δεκάδες στον Πειραιά είχανε καρνέ επιταγών.
Δεύτερον, ο κόσμος δεν τις πολυ-έπαιρνε γιατί για να τις εισπράξει έπρεπε να πάει στην τράπεζα και να χάσει χρόνο.
Αλλά το κυριότερο ήταν ότι δεν είχαν καμία χρησιμότητα.
Αν χρωστούσες σε κάποιον χρήματα και του έλεγες, έλα στο τέλος του μήνα, ή στείλε τον υπάλληλό σου την επόμενη Τετάρτη να πληρωθείς, θα πληρωνόταν -δεν υπήρχε περίπτωση- να μην πληρωθεί. Αν δεν τον πλήρωνες, έβγαινε βρώμα στην αγορά ότι ο Τάδε δεν πάει καλά, με άμεση συνέπεια να μην σου πουλάνε, αλλά ούτε να αγοράζουν από εσένα. Μετά από αυτό είτε το έκλεινες το μαγαζί, είτε το άφηνες ανοικτό, το ίδιο ήταν.


Ετσι λοιπόν, σε ηλικία μικρότερη των 12 ετών έμαθα από τον κο Κώστα, την σχετική αξία του προνομίου της χρηματοκοπής σε αντιδιαστολή με την διαχρoνική αξία συναλλακτικής Πίστης.